music-1024x768Σίγουρα όλοι έχουμε ακούσει τον όρο ‘έντεχνο’ να χρησιμοποιείται ως προσδιορισμός ενός συγκεκριμένου είδους μουσικής. Υπάρχει τέτοια μουσική; Γιατί, μήπως υπάρχει και μουσική που δεν είναι έντεχνη; Και τι είναι τότε η μουσική που δεν είναι έντεχνη; Άτεχνη; Μήπως η ΄άτεχνη μουσική’ δεν είναι τίποτα άλλο από ένα οξύμωρο σχήμα  και ουτοπία; Ή μήπως σήμερα, η ουτοπία είναι η έντεχνη μουσική; Μήπως κάνουμε κύκλους; Μήπως και  όλο αυτό έχει “πέσει θύμα”της μόδας;

Ως “έντεχνο τραγούδι”λοιπόν, ιστορικά ονομάστηκε εκείνο το σώμα της ελληνικής μουσικής που, με αφετηρία τη δεκαετία του ’60, συνδύασε σύνθετες μουσικές φόρμες με τον λόγο ελλήνων αλλά και ξένων ποιητών. Κατά μία έννοια λοιπόν: έντεχνο = μουσική τέχνη + ποιητική τέχνη. Μουσικά, το “έντεχνο” ενσωμάτωσε δημιουργικά τη λαϊκή μουσική παράδοση και το Ρεμπέτικο, αλλά υπήρξε ανοιχτό στην επιλεκτική προσέγγιση κλασσικών και σύγχρονων μουσικών ρευμάτων. Στιχουργικά, το “έντεχνο” εμπνεύστηκε από την εγχώρια ποιητική παραγωγή που μπορεί να υπερηφανεύεται για τα δύο βραβεία Νόμπελ και τα δύο βραβεία Λένιν που έλαβε εκείνη την εποχή, ενώ παράλληλα χρησιμοποίησε και τον λόγο ξένων ποιητών, όπως ο Λόρκα, ο Νερούδα, ο Μπρεχτ, ο Χικμέτ κ.α. Οι αρχικοί εκπρόσωποι αυτού του ρεύματος υπήρξαν ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Μάνος Χατζιδάκις, με άξιους συνεχιστές δημιουργούς όπως ο Νίκος Μαμαγκάκης, ο Χρήστος Λεοντής, ο Θάνος Μικρούτσικος, ο Ηλίας Ανδριόπουλος, ο Δήμος Μούτσης, ο Μάνος Λοΐζος, ο Σταύρος Ξαρχάκος, η ιδιάζουσα – μουσικά και στιχουργικά – περίπτωση του Διονύση Σαββόπουλου, και άλλοι. Το ρεύμα αυτό κορυφώνεται τη δεκαετία του ’70, αλλά σημαντικά έργα του εμφανίζονται και τη δεκαετία του ’80. Αυτή – επιγραμματικά και απλουστευτικά για τις ανάγκες της συζήτησης – είναι η μία εκδοχή του τι σηματοδοτεί ο όρος “έντεχνο”.

Όμως, κατ’ άλλους, ο όρος μπορεί να χρησιμοποιηθεί και σήμερα για να καταδείξει το έργο καλλιτεχνών που κινούνται στα πλαίσια ενός “ποιοτικού” τραγουδιού (ορισμένου από ποιον; με ποια κριτήρια;). Έτσι, στο συλλογικό μας υποσυνείδητο έχει εγγραφεί το σύγχρονο ( σύγχρονο, όχι του ’70 ή του ’80) έργο τόσο ετερογενών καλλιτεχνών όπως η Πρωτοψάλτη, η Αρβανιτάκη, η Γαλάνη, η Τσανακλίδου, η Αλεξίου, ο Νταλάρας, ο Μητροπάνος, ο Μάλαμας, ο Θ. Παπακωνσταντίνου, ο Δεληβοριάς, οι Χειμερινοί Κολυμβητές, οι Αδερφοί Κατσιμίχα, ο Ιωαννίδης, ο Τσακνής, ο Μαχαιρίτσας, οι Πυξ Λαξ, μέχρι και ο Χατζηγιάννης, ως “έντεχνο”. Και αυτός ο χαρακτηρισμός αποδίδεται πλέον σε τραγουδιστές, δηλαδή εκτελεστές, ανεξάρτητα από το έργο τους, το περιεχόμενο και τον δημιουργό του.αρχείο λήψης (43)

Ούσα η ίδια φανατική οπαδός του συγκεκριμένου είδους μουσικής από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, έχω βιώσει όλες τις διακυμάνσεις που έχει περάσει κατά την πάροδο των χρόνων. Ήταν κάπου στο 2005 όταν το πολύ 50 άνθρωποι πηγαίναμε στο Συρμό για να ακούσουμε τον άγνωστο τότε Γιάννη Χαρούλη να μαγεύει με τη φωνή του. Και ήρθε ο φετινός Σεπτέμβρης όπου πάνω από 10000 κόσμου παρακολούθησαν τις συναυλίες του στο Λυκαβηττό. Για πολλά χρόνια έβλεπες παρέες νέων ανθρώπων να κατακλύζουν τις μικρές μουσικές σκηνές για να παρακολουθήσουν τον αγαπημένο τους “έντεχνο καλλιτέχνη” . Οι ίδιες αυτές παρέες “αναγκάζονται” πλέον να τους παρακολουθήσουν σε χαωτικά μαγαζιά τα οποία μέχρι την προηγούμενη σεζόν φιλοξενούσαν ονόματα του λεγόμενου “λαϊκού τραγουδιού”. Και αυτό γιατί ο κόσμος έχει κάνει στροφή σε αυτά τα ακούσματα και οι σκηνές που εμφανίζονταν μέχρι τώρα δεν τους χωράνε πια.

Εύλογα δημιουργείται η απορία αν το φαινόμενο αυτό έχει προκύψει από εσωτερική ανάγκη του κοινού να έχει τέτοια ακούσματα ή αν είναι απλή περιέργεια και “μόδα”. Καταρχήν ισχύει η αρχή, ότι το δημιούργημα αντανακλά τον δημιουργό. Επομένως και στη μουσική οι μελωδίες αποτελούν έκφραση και φυσική προέκταση της ψυχοσύνθεσης του δημιουργού τους. Η μουσική δηλαδή εκφράζεται αυθόρμητα και πηγαία. Είναι ένας κατ’ εξοχήν τρόπος έκφρασης του εσωτερικού κόσμου του ανθρώπου. Η μουσική είναι η αγωγή της ψυχής∙

Συγκεκριμένα περιστατικά όμως που έχω βιώσει τα τελευταία χρόνια σε συναυλιακούς χώρους που έχω παρεβρεθεί δυστυχώς αποδεικνύουν οτι ισχύει το δεύτερο σενάριο. Πλήθος κόσμου συρρέει σε συναυλίες ή σε μαγαζιά να “απολαύσει” έναν καλλιτέχνη χωρίς να έχει την παραμικρή ιδέα του τι πρόκειται να ακούσει..Κατά συνέπεια δεν έχει και την απαιτούμενη “παιδεία” να το παρακολουθήσει καταλήγοντας τις περισσότερες φορές να συζητά με την υπόλοιπη παρέα τα νέα της εβδομάδας τους..Θα μπορούσε η άποψή μου να χαρακτηριστεί αφοριστική ακόμα και ελιτίστικη όμως πραγματικά εύχομαι κάποια στιγμή να διαψευστώ. Μακάρι όλος ο κόσμος να μπορέσει να νιώσει την κάθαρση που προσφέρει αυτή μουσική σε όλους όσους την ακούν με την ψυχή τους. Μακάρι ο κόσμος που πάει να ακούσει το Σωκράτη Μάλαμα να μην τον γνώρισε ακούγοντας την “Πριγκιπέσσα” του Κάρρα.. Μακάρι να οι μισοί από όσους βρέθηκαν στο Λυκαβηττό το Σεπτέμβρη να ανατρίχιασαν με τους “Πόνους της Παναγιάς” και όχι να χοροπήδησαν απλά στο “Βοσκαρουδάκι αμούστακο”.. Μακάρι να ταξίδεψαν με το “Νυχτέρι” του Θανάση Παπακωνσταντίνου και να μην πέταξαν μόνο μπουκάλια μπύρας στον αέρα..

Γράφει η Μαρία Μαρ