ί__-_Ό__ωΈ_ύ__-300x200Είναι 1994, αρχές νομίζω εγώ φανατική οπαδός του Βασίλη Παπακωνσταντίνου ακούω τους παλιούς δίσκους (“Φοβάμαι”, “Διαίρεση” και “Χαιρετίσματα”), ξεψαχνίζω τους πιο πρόσφατους (“Σφεντόνα”και “Χορεύω”) και αντιλαμβάνομαι και μια δουλειά που κυκλοφόρησε εκείνη τη χρονιά και δεν πήρε τη δημοσιότητα που πήρε ο αμιγώς προσωπικός του δίσκος (“Δε Σηκώνει”) που εμφανίστηκε στα δισκοπωλεία τον ίδιο περίπου καιρό με αυτή. Ο τίτλος της ήταν “Φυσάει” και ενώ τη μουσική την υπέγραφε ο Γιώργος Τσαγκάρης, οι στίχοι ήταν ποιήματα κάποιου Τάσου Λειβαδίτη.

Τα υπόλοιπα 35 με 40 λεπτά που διαρκεί ο δίσκος, υπήρξαν μια αποκάλυψη στη ζωή μου, που μπορεί να συγκριθεί με τις στιγμές που ανακάλυπτα τον Παύλο Σιδηρόπουλο η  έβλεπα τα τελευταία 20 λεπτά του “Κύκλου των χαμένων ποιητών” ή τέλος πάντων, μιας εποχής αθωότητας που τελείωνε και έδινε τη σειρά της σε μια καινούρια,αυτή της ενηλικίωσης.ήΌ__Ί____-Έ_ί___-200x200

Δε ξέρω από που να αρχίσω να μιλάω για τον Τάσο Λειβαδίτη. Ίσως θα ήταν απαραίτητα κάποια βιογραφικά στοιχεία. Ότι γεννήθηκε στην Αθήνα π.χ. το 1922. Ότι ανέπτυξε έντονη πολιτική δράση και εξορίστηκε γι’ αυτήν από το 1947 έως το 1951. Ότι πολλά έργα του εκείνη την εποχή θεωρήθηκαν ανατρεπτικά και κατασχέθηκαν (για να δικαιωθεί αργότερα στα δικαστήρια λόγω αμφιβολιών). Ίσως αυτά χρειάζονται για να καταλάβει κάποιος την ποίηση του Λειβαδίτη. Ίσως και όχι.

Η ανακάλυψη των στίχων του σε οδηγεί στο δρόμο που κατεβαίνεις όταν είσαι ερωτευμένος: είσαι εσύ και ο εραστής σου τα μοναδικά πρόσωπα στον κόσμο, οι τελευταίοι αληθινοί και παθιασμένοι άνθρωποι αυτού του σύμπαντος. Είναι μόνο δικός σου, είναι μόνο δικός σου και σου ανήκει όσο του ανήκεις, με εκείνον τον μαγικό τρόπο που δεν αισθάνεσαι σκλάβος, αλλά νιώθεις πως βρέθηκε ένας κόσμος για να σε δεχτεί όπως είσαι.

Η  διαδρομή και η εξέλιξη της ποίησης του Λειβαδίτη, είναι η διαδρομή και η εξέλιξη του ανθρώπου: ο νέος άνθρωπος με τα όνειρα του, την επανάσταση και την αντίδραση να ρέει στο αίμα του, με την πεποίθηση πως θα αλλάξει τον κόσμο και θα το κάνει με τον σωστό τρόπο, δίνει τη θέση του σε έναν πιο κατασταλαγμένο μεσήλικα που παλεύει με τις ενοχές του και τις ντροπές του, ψάχνει την κατάλληλη ισορροπία μεταξύ του χθες και του αύριο, αναζητεί τους λόγους των ηττών του, μάχεται με νύχια και με δόντια να κρατήσει τους έρωτες του ζωντανούς και ο οποίος δίνει τη σειρά του στον ηλικιωμένο, που κρέμεται από τη σπίθα ενός παρελθόντος που θα το ήθελε λίγο πιο ένδοξο, πεισματικά επιμένει να κρατάει ένα φανάρι αναζητώντας τις εκατομμύρια μορφές του έρωτα, εκείνες που ακόμα και η δική του σάρκα μπορεί να αντέξει και δεν θέλει να συμβιβαστεί με το τέλος, θέλει να μη φοβηθεί το θάνατο δίνοντας μια απάντηση για το τι ήταν η ζωή.

Όσο κι αν η ποίηση των πρώτων χρόνων διακατέχεται από εκείνη τη νεανική βία, την ορμή και το θράσος του θριαμβευτή που επιστρέφει στον τόπο που του ανήκει για να τον διεκδικήσει, είναι το έργο των τελευταίων 15 χρόνων του που συναρπάζει

Ο πολεμιστής της πρώτης εποχής μετατρέπεται σιγά σιγά σε καλλιτέχνη, σε ζωγράφο και γλύπτη, σε μουσικό και σκηνοθέτη. Οι εικόνες που αναβλύζουν από την καρδιά του και το μυαλό του δεν μπορούν να στηθούν εύκολα σε κανέναν καμβά. Εκεί που τα φθινοπωρινά φύλλα γίνονται μαξιλάρια για τις γυναίκες που θέλουν να αποκοιμηθούν, οι αλκοολικοί μεθάνε με τα όνειρα, τα σφυρίγματα των τρένων αναγγέλλουν την αιώνια νύχτα. Εικόνες, μέσα σε εικόνες, μέσα σε εικόνες και στο βάθος λέξεις. Και μέσα σε όλα αυτά η απόλυτη Αλήθεια. Η δική του Αλήθεια που ο καθένας μας την μετατρέπει σε δική του. Της φοράει τα δικά του ρούχα τη φέρνει στα δικά του μέτρα και την ταξιδεύει.

“Ζήσαμε πάντοτε αλλού
και μόνο όταν κάποιος μας αγαπήσει, ερχόμαστε για λίγο
κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον είμαστε κιόλας νεκροί”

Γράφει η Μαρία Μαρ